Η μουσική εκφράζει τον έρωτα ..

KRIPAROS MUSIC –

Η μουσική ανέκαθεν έφερνε πιο κοντά τους ανθρώπους. Φίλους στα καλά και στα άσχημα, ζευγάρια ερωτευμένα, ανθρώπους συμπάσχοντες στον καημό και στον νταλκά. Από την αρχαιότητα ήδη, ο μυθικός Ορφέας ήταν πρωτεργάτης της μουσικής, μαγεύοντας και συγκινώντας ακόμα και τους θεούς του κάτω κόσμου, προκειμένου να επανασυνδεθεί με την αγαπημένη του Ευρυδίκη.

Στην δική μας εποχή και λίγο νωρίτερα, στα τέλη του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα εμφανίζεται το ρεμπέτικο. Αστικό, λαϊκό τραγούδι, όπου εξελίχθηκε κοντά στα λιμάνια των πόλεων. Εκεί που ζούσε η εργατική τάξη. Ένα συνονθύλευμα από Σμυρναϊκά, πολίτικα και διάφορα άλλα τραγούδια χωρίς προέλευση.

Στην δεκαετία του ’30 ξεκινάει την πορεία του ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης και άλλοι διάσημοι λαϊκοί βάρδοι της εποχής. Εξυμνούν τον έρωτα με απλό τρόπο, με τα μάτια της ψυχής τους. Ο Μ. Βαμβακάρης γράφει:” Μια φούντωση, μια φλόγα, έχω μέσα στην καρδιά, λες και μάγια μου ‘χεις κάνει, Φραγκοσυριανή γλυκιά”.΄’Ενα τόσο γνώριμο τραγούδι, που γράφτηκε για τον κρυφό πόθο του Μάρκου Βαμβακάρη για μια κοπέλα, που του έκλεψε την καρδιά στην παραλία της Σύρου. Τόσο απλό και τόσο παντοτινό.

Την ίδια χρονική περίοδο εμφανίζεται η Μάντρα του Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), όπου εκτός των άλλων θεαμάτων εκπροσωπεί το ελαφρύ ελληνικό τραγούδι. Μέχρι & σήμερα σιγομουρμουρίζουμε το” Ζητάτε να σας πω”, ένα τραγούδι θλίψης και απόγνωσης του Αττίκ για τα μάτια μιας γυναίκας.” Και μες στη συντροφιά, σε κάθε ρουφηξιά, ξεχνώ μιαν όμορφη ,που γέμιζε μεράκι, το παλιό μου τραγουδάκι”. ” Είν’ η αγάπη χίμαιρα, που κυβερνά τα νιάτα, με όνειρα εφήμερα, χρυσούς καπνούς γεμάτα” ,”Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες, μαραμένα και τα γιασεμιά, μαραμένες κι οι ελπίδες μου όλες στης καρδιάς μου την μαύρη ερημιά.” Μ’ έναν τόσο ζεστό, νοσταλγικό και επίκαιρο τρόπο έδειχνε πόσο πονούσε για την αγάπη της γυναίκας που τον σημάδεψε για όλη τη ζωή του.

Στην μετακατοχική περίοδο σε κορυφαία προσωπικότητα αναδεικνύεται ο Β. Τσιτσάνης. Τον ακολουθούν νέοι τραγουδιστές όπως η Σωτηρία Μπέλλου και πολλοί άλλοι. Ποιος δεν ξέρει το ”απόψε κάνεις μπαμ, σε βλέπουνε και σταματούν τα τράμ”. Ακόμα και σήμερα προκαλεί το ίδιο αίσθημα με εκείνη την εποχή.

Το νεότερο είδος το λεγόμενο αρχοντορεμπέτικο, γίνεται πρόδρομος μιας νέας εποχής για το ελληνικό τραγούδι. Με γνωστούς  καλλιτέχνες του είδους ,όπως για παράδειγμα ο Ζακ Ιακωβίδης, ο οποίος έβαλε τον Γιάννη Πάριο αργότερα, να φωνάζει ”Την αγαπούσα, το παραδέχομαι, ήταν το δεύτερο εγώ μου, μα τώρα πια δεν την ανέχομαι ούτε σαν σκέψη στο μυαλό μου”.

Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 με τη βοήθεια και του κλασσικού ελληνικού κινηματογράφου, κάνει μεγάλο σουξε το λαϊκό τραγούδι, τα γνωστά σε όλους μας μπουζούκια.

Η αστική τάξη γλεντούσε τις χαρές και έκρυβε τον πόνο σε κουτούκια και μικροταβέρνες, ενώ η υψηλή κοινωνία πλήρωνε αδρά για να διασκεδάσει με τον λαϊκό τρόπο στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα-σπάζοντας πιάτα στο τσακίρ κέφι -και να παρεισφρήσει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο έρωτας όμως ήταν ίδιος παντού. Τον σεβντά τους παρηγορούσε η ίδια μουσική και τα ίδια λόγια βγαλμένα από τα μύχια της ψυχής τους.

Το λαϊκό τραγούδι συνόδευσε έντονη χορευτική μουσική με κύριους εκτελεστές του τον Δ. Μητροπάνο, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τον Γ. Πουλόπουλο, τη Β. Μοσχολιού. Ο καθαρόαιμος ελληνικός χορός,το ζεϊμπέκικο έδινε πνοή στη μουσική και ζωντάνευε τους στίχους. Μεγάλες επιτυχίες της εποχής ,που μας κάνουν ακόμα και σήμερα να ταυτιζόμαστε.” Τον αγαπώ ,τον αγαπώ, τον αγαπώ, αυτό είναι το δράμα μου και τα παράπονα που έχω να του πω τα κάνω κλάμα μου, τάδε έφη Β.Μοσχολιού.

Προχωρώντας στη δύση του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου αιώνα ,η μουσική παραμένει πιστή στον έρωτα και αντίστροφα. Αλλάζει κατά κάποιον τρόπο το ύφος.

Τα παλιά λαϊκά τραγούδια, τα οποία παραμένουν στο νου και στην καρδιά μας, δίνουν τη θέση τους στα γλεντοκοπάδικα μπουζούκια της εποχής.

Με τον λουλουδοπόλεμο και την χαρτοπετσέτα να πηγαίνει σύννεφο. Ο κόσμος πλέον κάθε κοινωνικής τάξης εισχωρεί στο εκάστοτε μπουζουκομάγαζο,πνίγοντας τον πόνο σε καπνούς από τσιγάρα και μπουκάλια άδεια.

Η τάση της μόδας έχει επηρεάσει πλέον και την ελληνική μουσική  σε πολύ μεγάλο βαθμό, βάζοντας ηλεκτρονικούς ήχους και ποπ ακούσματα.  Ακόμα υπάρχει βέβαια η ατόφια ελληνική μουσική που πηγάζει μέσα από τον έρωτα ,τον θυμό, το κλάμα και δεν εξουσιάζεται από την εμπορικότητα. Άλλωστε ως γνωστόν η μουσική εξημερώνει τα ήθη και τα πλήθη. Διαπερνά υποδόρια τον πόνο, την θλίψη, τη χαρά και αποτελεί δικλείδα ασφαλείας ευεργετώντας την εσωτερική μας γαλήνη.

πηγη :  http://urbanlife.gr/editors/%CE%B7-%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BA%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *